Από
τη δραχμή στο ευρώ
Τησ
Σμαράγδης Ι. Αρβανίτη Ιστορικού-Αρχαιολόγου
Με την οριστική εισαγωγή του ευρώ
στη ζωή μας ως νομισματικής μονάδας θα
επιχειρηθεί μια στοιχειώδης ανασκόπηση
στην όλη ιστορική διαδρομή της ήδη «εξοστρακισμένης»
ελληνικής δραχμής. Προς τούτο
εισαγωγικά παρατίθεται η στοχαστική
υπόθεση – πρόταση του παλαιού Ε. Κεχαγιά,
υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας της
Ελλάδας, το 1875, περί της πρακτικής
σημαντικότητας της καθιέρωσης κοινής
νομισματικής μονάδας σε μια ένωση
γενικά πολλών κρατών.
«Αν όμως άπασαι αι Επικράτειαι
παρεδέχοντο εν και το αυτό νομισματικόν
σύστημα και ιδίως μίαν και αυτήν
νομισματικήν μονάδα, ίσης δηλονότι
αξίας, αδιάφορο δ’ αν εκάστη διαφόρως
ονομάζη ταύτην, πας τις τότε εννοεί τα
μέγιστα πλεονεκτήματα της τοιαύτης των
εθνών συμφωνίας, αποτέλεσμα της οποίας
θα ήταν να λαλήται απανταχού μία και η
αυτή νομισματική γλώσσα».
Οι διορατικές ως άνω προβλέψεις, το
1875, γίνονται πραγματικότητα μετά 130
περίπου χρόνια. Το ευρώ ήδη γεννήθηκε
και αντικαθιστά τη δραχμή από την 1η
Ιανουαρίου 2002. Τα δύο νομίσματα θα
συνυπάρχουν για ένα μικρό διάστημα, αλλά
από το Μάρτιο η δραχμή μας περνάει στην
Ιστορία!.
Κατά την αρχαιότητα η επανάσταση
στις συναλλαγές επήλθε, όταν τον 7ο αιώνα
π.Χ. ο Φείδωνας, βασιλιάς του Άργους,
απέσυρε τους οβολούς και έκοψε νόμισμα.
Το κάθε νόμισμα ήταν ισοδύναμο με έξι
οβολούς, ποσότητα δηλαδή που μπορεί να
αδράξει η παλάμη του χεριού. Μια δραξιά (χούφτα),
γι’ αυτό και ονομάστηκε δραχμή, από το
δράττομαι (= περιλαμβάνω στην παλάμη μου,
χουφτιάζω). Η δραχμή ήταν αργυρό νόμισμα
και αποτέλεσε τη βασική μονάδα του
αρχαίου νομισματικού συστήματος, όπως
και του σημερινού η εκπνέουσα πλέον
μεταλλική δραχμή. Στην αρχαία Ελλάδα
αποτελούσε νομισματική μονάδα, ίση κατά
το βάρος προς το ένα εκατοστό της μνας.
Κόπηκαν και πολλαπλάσιά της: δίδραχμο,
τετράδραχμο, οκτάδραχμο, δεκάδραχμο και
δωδεκάδραχμο.
Τον 6ο αι. π.Χ. όλες οι πόλεις στην
ηπειρωτική Ελλάδα και όλες οι ελληνικές
αποικίες είχαν το νόμισμά τους. Εκτός
της αθηναϊκής δραχμής και του
κορινθιακού στατήρα, άλλα φημισμένα
νομίσματα ήταν των Συρακουσών, του
Ακράγαντα και της Κατάνης. Οι δραχμές,
όμως, διέφεραν στις πόλεις του ελληνικού
χώρου ως προς το πάχος, το βάρος, την
καθαρότητα σε μέταλλο, αλλά και τις
παραστάσεις. Στη μία όψη του νομίσματος
της Αθήνας υπήρχε παράσταση με την
κεφαλή της Αθηνάς. Ενώ στην άλλη
παράσταση με τη γλαύκα, στο νόμισμα της
Αίγινας απεικονιζόταν η χελώνα και στης
Κορίνθου ο Πήγασος. Η αθηναϊκή δραχμή
απέκτησε ευρύτατη κυκλοφορία λόγω της
καθαρότητας του μετάλλου.
Το πρώτο νόμισμα της νεότερης
Ελλάδας, ο φοίνικας, με τη συμβολική
παράστασή του από τη στάχτη του
αναγεννώμενου μυθικού ιερού πτηνού, του
φοίνικα, κόπηκε στην Αίγινα. Μέχρι το 1828
δεν υπήρχαν ελληνικά νομίσματα, και οι
συναλλαγές γίνονταν κυρίως με τουρκικά (τα
γρόσια), αλλά και με άλλα ξένα νομίσματα.
Για το λόγο αυτό ο πρώτος κυβερνήτης της
ελεύθερης Ελλάδας, ο Ιωάννης
Καποδίστριας, έθεσε ως βασική του
προτεραιότητα να αντιμετωπίσει το θέμα
του νομίσματος. Κυκλοφόρησαν κυρίως
χάλκινα νομίσματα των 1, 5, 10, και αργότερα
των 20 λεπτών, με ισοδυναμία 100 λεπτών με 1
φοίνικα. Όμως, λόγω έλλειψης πόρων,
κόπηκαν ελάχιστοι αργυροί φοίνικες και
καθόλου χρυσοί. Βέβαια εξακολούθησε η
παράλληλη κυκλοφορία ξένων νομισμάτων,
πολλά από τα οποία είχαν υπερτιμηθεί,
ενώ οι ασημένιοι φοίνικες τήκονταν για
μέταλλο. Η οικονομία της Ελλάδας ήταν σε
άσχημη κατάσταση και, ενώ τα έξοδα και οι
ανάγκες αυξάνονταν, τα έσοδα μειώνονταν.
Η κυβέρνηση, έχοντας αδυναμία να
εξοφλήσει τα δάνεια της ανεξαρτησίας,
υποχρεώθηκε να αναστείλει την
εξαργύρωση του νομίσματός της σε άργυρο,
το 1831, και να εκδώσει χαρτονομίσματα για
να καλύψει τα ελλείμματα.
Η δραχμή γεννιέται ξανά το 1833 και θα
αποτελέσει το εθνικό νόμισμα για δύο
αιώνες, τον 19ο και τον 20ό, θα συνδεθεί με
την ιστορία της Ελλάδας, με περιόδους
ειρήνης και πολέμων, με αναταραχές,
ανταγωνισμούς, υποτιμήσεις, με πρόοδο,
ανάπτυξη, οικονομική και τεχνολογική
εξέλιξη.
Με το βασιλικό διάταγμα της 8ης
Φεβρουαρίου 1833, που υπογράφεται και από
τον οικονομικό γραμματέα του κράτους
Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, η δραχμή
καθιερώνεται ως το επίσημο νόμισμα του
ελληνικού βασιλείου, αντικαθιστώντας το
φοίνικα. Η δραχμή είχε βάρος 4,477 γραμμ.
Και περιεκτικότητα 900 μέρη καθαρού
αργύρου και 100 μέρη χαλκού. Κόπηκαν
αργυρά νομίσματα των 1, 5, ½ και ¼
δραχμών, ελάχιστα χρυσά των 20 και 40
δραχμών, αλλά και χάλκινα του 1, 2, 5 και 10
λεπτών. Το μόνο στοιχείο που υιοθετήθηκε
από το φοίνικα είναι το δεκαδικό σύστημα
υποδιαίρεσης. Οι απεικονίσεις στο
φοίνικα είχαν συμβολικό και
μυστικιστικό χαρακτήρα, καθώς ήταν το
σύμβολο της Φιλικής Εταιρείας, ενώ η
δραχμή αντλεί την ονομασία της και τις
απεικονίσεις από την αρχαιότητα, αλλά
και από τη σύγχρονη εθνική μας ιστορία
και την παγκόσμια ιστορία του
πολιτισμού.
Οι πρώτες δραχμές και οι
υποδιαιρέσεις της κόπηκαν από
νομισματοκοπείο του Μονάχου, το 1833,
παράλληλα κόπηκαν και στο
νομισματοκοπείο του Παρισιού αργυρά
πεντάδραχμα και μονόδραχμα, ενώ το 1836
άρχισε να λειτουργεί το νομισματοκοπείο
της Αθήνας.
Με το ίδιο διάταγμα του 1833
επιτρεπόταν και η κυκλοφορία χρυσών και
αργυρών νομισμάτων ξένων χωρών. Η
ισοτιμία των νομισμάτων αυτών με τη
δραχμή καθοριζόταν από το βάρος και την
καθαρότητά τους σε πολύτιμο μέταλλο.
Συνέπεια της παράλληλης κυκλοφορίας
ήταν οι χρυσές και αργυρές δραχμές, που
κυρίως είχαν κοπεί την περίοδο 1832-1835, να
φυγαδευτούν σε χυτήρια του εξωτερικού,
για να μετατραπούν σε πολύτιμα μέταλλα
και να κυκλοφορήσουν τελικά στην Ελλάδα
ξένα νομίσματα, των οποίων η ονομαστική
αξία ήταν μεγαλύτερη από την αγοραστική,
που λόγω φθοράς είχαν απαξιωθεί, ενώ
πολλά από αυτά δεν κυκλοφορούσαν πλέον
ούτε στις χώρες τους. Για να
αντιμετωπίσει τον κίνδυνο πτώχευσης, το
1853, η ελληνική κυβέρνηση υποτίμησε τα
τουρκικά νομίσματα, προκειμένου να
αποθαρρύνει τη συσσώρευσή τους στις
ελληνικές αγορές, και τελικά απαγόρευσε
την παραδοχή τους από τα δημόσια ταμεία.
Δημιουργήθηκε όμως μεγαλύτερο πρόβλημα,
καθώς οι πολίτες δεν διέθεταν δραχμές
για να πληρώνουν φόρους.
Η Ελλάδα, στα τέλη του 19ου αιώνα,
επέλεξε ν’ αντιμετωπίσει τις αρνητικές
συνέπειες του νομισματικού συστήματος,
που εισήγαγε ο Όθωμας το 1833 με τη
συμμετοχή της στη Λατινική Νομισματική
Ένωση, που λειτουργούσε με βάση το
διμεταλλικό σύστημα (άργυρος και χρυσός).
Η εν λόγω ένωση δημιουργήθηκε το 1865 από
τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ιταλία και την
Ελβετία και διαλύθηκε κατά τον Α΄
παγκόσμιο πόλεμο με τη γενική
επικράτηση της αναγκαστικής
κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος. Οι
παγκόσμιες όμως οικονομικές αναταραχές,
η άνοδος του χρυσού και η πτώση του
αργύρου δεν έφεραν την επιδιωκόμενη
σταθερότητα. Η χώρα μας, εκτός από τα
διεθνή προβλήματα, είχε να
αντιμετωπίσει και τα εσωτερικά: η
επανάσταση της Κρήτης το 1868, ο
ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-8, η
ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης και της
Ηπείρου μετά την απελευθέρωσή τους
οδήγησαν σε χρηματιστηριακή κρίση το
1891-2 και στο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του
Χαρίλαου Τρικούπη το 1893. Η Ελλάδα τότε
τέθηκε από το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο,
που έθεσε ως στόχο την αναβάθμιση της
δραχμής.
Η δραχμή μετά το 1902 αρχίζει πράγματι
την ανατιμητική της πορεία με
αποτέλεσμα το 1912 μία δραχμή να ισούται
με ένα γαλλικό φράγκο, ισοτιμία που
διατηρήθηκε μέχρι το 1918. Το 1910-11
κυκλοφόρησαν οι τελευταίες ασημένιες
δραχμές με την εικόνα του Γεωργίου Α΄. Το
νόμισμά μας άντεξε τις πιέσεις που
προήλθαν από τις διεθνείς κρίσεις και
τους πολέμους (Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13,
επικράτηση Βανιζέλου 1917, είσοδος της
Ελλάδας στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο 1917-8,
μικρασιατικός πόλεμος 1919-22,
μικρασιατική καταστροφή 1922) και μέχρι
και το 1920 η αντιστοιχία της με τη χρυσή
λίρα της Αγγλίας παρέμεινε στις 25
δραχμές, ενώ τις μέρες της Καταστροφής
έφτασε στις 140.
Το 1927 η νεοσύστατη τότε Τράπεζα της
Ελλάδας ανέλαβε την κοπή του εθνικού
νομίσματος. Κατά την περίοδο της
διακυβέρνησης από το Μεταξά τα
προβλήματα της οικονομίας της χώρας μας
δεν λύθηκαν, και από το 1938 άρχισε μια
αργή πορεία διολίσθησης της δραχμής,
φτάνοντας, μετά την εμπλοκή μας στο Β΄
παγκόσμιο πόλεμο, να αντιστοιχεί μια
λίρα με 2.500 δρχ.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής
κατοχής (1941-44), η αξία της εκμηδενίστηκε.
Κυκλοφόρησαν από τις γερμανοϊταλικές
δυνάμεις κάποια χάρτινα νομίσματα χωρίς
καμιά αξία και πληθωριστικά δραχμικά
χαρτονομίσματα το 1944, στα τέλη της
κατοχής, με την ευτελιστική αντιστοιχία
μια λίρα με 71 τρις δρχ.! Μετά την
απελευθέρωση η δραχμή αρχίζει να ανακτά
την αξία της σταδιακά. Το 1953 υποτιμάται
κατά 50%. Κατά την περίοδο αυτή κόβονται
τα τρία μηδενικά και το χιλιάρικο
μετατρέπεται σε δραχμή (1 λίρα Αγγλίας =
300 δρχ.). Εμφανίζεται στην αγορά και πάλι
η μεταλλική δραχμή, με το βασιλιά Παύλο
και με τον Κωνσταντίνο Β΄(1964).
Και ενώ στα χρόνια που ακολουθούν
γίνεται προσπάθεια ανάκαμψης, νέα
πολιτικά γεγονότα, όπως η επιβολή
δικτατορίας, ανατρέπουν τα δεδομένα. Το
1971 αρχίζει μια επιταχυνόμενη διολίσθηση,
η οποία θα απεικονιστεί και στην τιμή
της χρυσής λίρας: από 290 δρχ. τον
Ιανουάριο του 1971 έφτασε τις 1360 τον
Ιούλιο του 1974. Το 1971 διαγράφεται το
βασιλικό εθνόσημο από τη μία όψη και
αντικαθίσταται με το φοίνικα και το
στρατιώτη, το σύμβολο της 21ης Απριλίου.
Το 1973, με την αποκατάσταση της
δημοκρατίας, η δραχμή γίνεται από
νικέλινη μπρούτζινη, δεν απεικονίζεται
πλέον ο βασιλιάς, αλλά μόνον ο φοίνικας
χωρίς το στρατιώτη.
Κατά την περίοδο 1974-76 αρχίζει η
τελευταία φάση της νομισματικής μας
ιστορίας. Στην αγορά κυκλοφορούσαν ως
τότε όλοι οι τύποι της δραχμής, που είχαν
κοπεί από το 1964. Το χάος αυτό
τερματίστηκε με την κυκλοφορία, το 1976,
των νέων κερμάτων της Ελληνικής
Δημοκρατίας, που, παρά τις κάποιες
αλλαγές στους τύπους, το μέταλλο και τις
διαστάσεις, παρέμειναν σε κυκλοφορία
μέχρι το 2001. Το 1978 κόπηκαν για τελευταία
φορά η δεκάρα και η εικοσάρα, το
πενηνταράκι το 1986, η δραχμή και το
δίδραχμο κόβονταν ως το 2000, αλλά
ουσιαστικά είχαν τεθεί εκτός
κυκλοφορίας από τις αρχές της δεκαετίας
του 1990. Στη συνέχεια εμφανίστηκε το 1984 το
πεντοχίλιαρο και το δεκαχίλιαρο το 1995.
Το 2001 εμφανίζονται και τα μεταλλικά 500δραχμα,
με πρόσωπα και παραστάσεις σχετικά με
τους Ολυμπιακούς Αγώνες (αναμνηστική
έκδοση).
Η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ,
την 1η Ιανουαρίου 2002, αποτελεί
αναμφισβήτητα τη μεγαύτερη και
σημαντικότερη νομισματική μεταρρύθμιση
στη χώρα μας, στην όλη ιστορική διαδρομή
του νομισματικού μας συστήματος.
Όσο για το ευρώ – συντετμημένο το
ελληνικό όνομα Ευρώπη -, ως το επίσημο
ενιαίο νόμισμα της ΕΕ, νοηματοδοτεί και
το μεγαλόπνοό της όραμα, την εδραίωση
του ενιαίου πολιτικά πανευρωπαϊκού
κράτους. (Ελληνική
Διεθνής Γλώσσα, τεύχος Οκτ.-Δεκ. 2001)
|