Eνα
αντισεισμικό θαύμα του αρχιτέκτονα
Ικτίνου
Ο
ναός του Επικουρίου Βασσών
Του
Κωστα Καρμιραντζου
Αρχιτεκτονα
ΕΜΠ Η
ελληνική τέχνη είναι αναμφισβήτητα
ανυπέρβλητη, και από τους ναούς ο
Παρθενώνας είναι ο άριστος,
εντασσόμενος αρμονικά στο «Ακρόπολις –
Αθήνα», σαν τον άριστο Όμηρο, που
φαίνεται να εμφανίζεται στο χρόνο σαν
από το «πουθενά». Έτσι και ο ναός του
Απόλλωνα στη Φιγαλία της Πελοποννήσου
παρουσιάζεται στο χώρο στον ταξιδιώτη
από το «πουθενά», είτε έχει περιπλανηθεί
επί ώρες στα άγρια βουνά της Αρκαδίας
είτε είχε σκαρφαλώσει κοπιαστικά την
κοιλάδα του Νέδωνα. Πάντα έτσι
ξεπρόβαλλε στον ταλαίπωρο οδοιπόρο,
αναπάντεχα σα μια έκλαμψη κάλλους και
αρμονίας, αφήνοντάς τον άναυδο. Μια
γενναιόδωρη ανταμοιβή των κόπων του.
Τώρα πια βαριά λαβωμένος κείτεται μέσα
στο λευκό του στεγάστρου-σκηνής, που κι
αυτό σε ξαφνιάζει τρομάζοντάς σε.
Γιατί ο ναός του Επικουρίου
Απόλλωνος οικοδομήθηκε στις Βάσσες; Από
ποιους και πώς; Τί μυστικά κρύβει ακόμη;
Τί υπέστη; Και ποια θα είναι η μοίρα του; Η
αφορμή
Οι
Λακεδαιμόνιοι το 659 π.Χ. στο μεσοδιάστημα
των δύο ανεπιτυχών Μεσσηνιακών Πολέμων (Α΄και
Β΄) αποφασίζουν να καταλάβουν την
αρχαιότατη οχυρή πελασγική Φιγαλία. Οι
κάτοικοί της με τη βοήθεια των Μεσσηνίων
και των Αρκάδων ομοφύλων τους διώχνουν
τους επιδρομείς. Σαν «τάμα» στους «επικούρους»
θεούς Άρτεμη και Απόλλωνα οικοδομούν
τον πρόδρομο
αρχαϊκό ναό τους στις Βάσσες, στην
κορυφή του Κοτυλίου (ύψους 1130 μ.),
τμήματος του Λυκαίου ιερού όρους. Η
επιγραφή λέει σαφώς «ιερά τα χρήματα
(= πράγματα) πάντα τ’ Απόλλωνι τω
Βασσίτα και τω Πανί τω Σινόεντι (=
Σινόεις Παν)» (Σιμπλίκιος: Λεξικόν L-S, σελ. 408).
Ο Παυσανίας (VIII
39) έχει αντίθετη γνώμη: «κείται η Φιγαλία
επί μετεώρου… επί των κρημνών
ωκοδομημένα τείχη όπου Βάσσαι ναός
Απόλλωνος Επικουρίου προυτιμάτο του
λίθου εις κάλλος και της αρμονίης ένεκα
νόσω λοιμώδει». Είτε επίκουρος νόσου
είτε πολέμου ή (όπως νομίζω) και τα δύο το
«τάμα» του εκπληρώθηκε. Και όταν
καταστράφηκε τον 6ο αι. (πώς;),
αντικαταστάθηκε με τον υπάρχοντα σήμερα
ναό.
Από τον αρχαϊκό ναό βρέθηκαν
υπολείμματα κάτω από το σημερινό σε
βάθος 1,65 μ. και σε μήκος > 16 μ.
Οπωσδήποτε δεν είχε πτερά (γύρω γύρω
κίονες) και θα πρέπει να ήταν δίστυλος
εν παραστάσιν (= η παραστάς) όπως ο
Προπαρθενών (“Urparthenon”, κτίριο Η1), που κι αυτός βρίσκεται κάτω
από τον Παρθενώνα. Ο Προπαρθενών αυτός
είχε τις μισές διαστάσεις του κλασικού
και φυσικά τις ίδιες αναλογίες κατόψεως
1:2,25. Το ίδιο φαντάζομαι ότι συνέβη και με
τον Επκούριο Απόλλωνα. Ο Ικτίνος απλώς
διπλασίασε τις διαστάσεις του παλαιού
ναού. Έτσι προτείνω για διαστάσεις του
αρχαϊκού τις μισές του υπάρχοντος, ήτοι
7,11 Χ 19,16 μ. ή 23 Χ 62 ιερούς πόδες (2) (1,4 π. = 0,309
μ.) και αναλογίες πλάτος: μήκος 2,69
περίπου (ίσες με του σημερινού = 2,63). Ο
Ικτίνος αναλαμβάνει
Περί το 435 π.Χ., όταν ο αρχιτέκτων
Ικτίνος είχε πλέον τελειώσει το
αριστούργημά του, τον Παρθενώνα, σε
συνεργασία με το Φειδία, οι δύο
κατηγορήθηκαν για οικονομικές
ατασθαλίες (ο Πλούταρχος στο «Βίον
Περικλέους» έχει άλλη γνώμη: ασέβεια του
Φειδία κατά του αγάλματος της Αθηνάς)
και εξορίσθηκαν (3) μακράν της Αθήνας.
Φαίνεται ότι ο μεν Φειδίας πήγε στην
Ηλεία και κατασκεύασε το αριστούργημά
του, το άγαλμα του Ολυμπίου Διός, ο δε
Ικτίνος σίγουρα πήγε στη Φιγαλία ή
Λυκοσούρα, όπου και έλαβε την εντολή
κατασκευής του ναού του Επικουρίου
Απόλλωνα. Πότε ακριβώς δεν το γνωρίζουμε.
Η εντολή περιελάμβανε όχι μόνο τη
μελέτη, αρχιτεκτονική και στατική, αλλά
και την επίβλεψή του και τη διαχείριση
του έργου. Όλα αυτά βάσει ρητών προδιαγραφών,
που πρέπει να ήταν οι εξής:
α) Ο ναός να οικοδομηθεί στις Βάσσες <
βάσσα = σύδενδρο φαράγγι/κοιλάδα επί
των ιερών θεμελίων του αρχαϊκού. β) Οι
αναλογίες να είναι σχεδόν οι ίδιες με
τον αρχαϊκό, δηλ. = 2,65 με τον αυτό
προσανατολισμό (ακριβώς βορρά-νότου) και
με την ίδια διάταξη του σηκού (με
ανατολική θύρα, αναλογίες χρυσής τομής Φ
κλπ. γ) Η κατασκευή λόγω του απόμακρου
της περιοχής να είναι οικονομική, δηλ. να
χρησιμοποιηθούν υλικά εντόπια (λατομεία,
δάση). Μόνον οι οροφές να γίνουν κυρίως
από μάρμαρο. δ) Ο ναός να είναι άκρως αντισεισμικός
λόγω των σφοδρών σεισμών της περιοχής (ήταν
ο λόγος καταστροφής του αρχαϊκού;). ε) Να
είναι περίπτερος, δηλ. να
περιβάλλεται από κίονες. στ) Να υπάρξει
σεβασμός στις ισχυρές τοπικές
λατρευτικές παραδόσεις και ζ) να
ενταχθεί στο αυστηρό περιβάλλον ως κάλλιστος. Ο ναός
του Ικτίνου
Θα αποδεχθεί ο Ικτίνος την ανάθεση
του έργου με αυτές τις δεσμεύσεις με ένα
μόνον όρο: Να τον αφήσουν απολύτως
ελεύθερο να δημιουργήσει όχι πλέον
την απόλυτη αρμονία του Παρθενώνα,
οπωσδήποτε όμως ένα ναό, που όμοιος δεν
υπήρξε μέχρι τούδε. Πράγματι θα
παραμείνει μοναδικός ως προς τον
αντισεισμικό του σχεδιασμό, αλλά και
παράδειγμα προς μίμηση για επαναστατικά
στη σχεδίαση και στις λεπτομέρειες
κτίρια, λόγω των νεωτερισμών, που θα
αναφέρουμε (ναοί Τεγέας, Νεμέας, θόλοι
Επιδαύρου, Δελφών κλπ.). Περιγραφή
του ναού
Και το έργο ξεκινά. Ο αρχιτέκτων
Ικτίνος με την εκπληκτική πείρα, που
απεκόμισε από τον Παρθενώνα, προχωρεί με
σιγουριά στο γενικό σχεδιασμό της
κάτοψης του ναού. Διπλασιάζοντας τις
διαστάσεις του αρχαϊκού και
χρησιμοποιώντας μέτρο (modulus) τον ιερό πήχυ (= 0,309017 μ.) δημιουργεί το
τελικό επίπεδο μετά από 3 αναβαθμούς, δηλ.
το δάπεδο του στυλοβάτη διαστάσεων 124 Χ 47
ιεροί πόδες ήτοι 38,318 Χ 14,547 μ. [Έτσι
αποδεικνύεται ότι ο ιερός πους δεν
χρησιμοποιήθηκε ως εκατόμπεδον (= 100
πόδες) μόνο στην πρόσοψη του Παρθενώνα (2)
(στυλοβάτη) αλλά και σε άλλους ναούς και
δημόσια κτίρια, όπως στο Ωρολόγιο του
Ανδρόνικου (4) κ.ά. ( Ο Dismoor προτείνει Π = 0,326 μ., άλλοι 0,362 κλπ.).
Σχεδίασε μετά τον σηκό 91 Χ 28 ι.π. (28,085
Χ 8,645 μ.) δίστυλον εν παραστάσιν, όπως
ο αρχαϊκός ναός και τον περιέλαβε με 6Χ15
κίονες γύρω γύρω (περίστασις). Αφού
τον χώρισε σε πρόναο, κυρίως σηκό με
άδυτο και οπισθόδομο, άνοιξε την κυρίως
θύρα στο βορρά και μια βοηθητική
ανατολικά για φωτισμό του αδύτου, όπου
και το άγαλμα του θεού.
Τέλος ενισχύει έκαστο των δύο κατά
μήκος τοίχων με πέντε αντηρίδες 0,65 Χ
1,23, με ημικίονες ιωνικού ρυθμού και ένα
κορινθιακό κίονα. Αφού σχεδίασε με
ακρίβεια την κάτοψη, η ανωδομή για τον
Ικτίνο ήταν «παιχνιδάκι». Επανέλαβε την
τελειότητα των αναλογιών του Παρθενώνα
προσέχοντας μόνο: α) τα εντόπια υλικά να
είναι εξαιρετικής ποιότητας (ασβεστόλιθος,
ξυλεία) και β) η συνένωσή τους με συνδέσμους
σιδηρούς (επενδεδυμένους με μόλυβδο)
να γίνεται παντού και στις τρεις
διαστάσεις (μήκος, πλάτος, ύψος). Όλα αυτά
για την επίτευξη του δυσκολότερου
στόχου, της αντισεισμικής θωράκισης του
ναού, ώστε να έχει τη βέλτιστη
συμπεριφορά σε ισχυρούς σεισμούς. Η
αντισεισμική θωράκιση
Η περιοχή των Βασσών είναι από τις
πλέον σεισμογενείς περιοχές της Ελλάδας.
Κείται στο σεισμογόνο τόξο με άξονα
βορρά-νότο, παράλληλα προς τη σύγκλιση
των «πλακών» Ευρασίας και Αφρικής. Τούτο
διέρχεται από Αίγιο – Μεγαλόπολη –
Καλαμάτα (αρχαίες πόλεις Ελίκη, Φιγαλία,
Λυκόσουρα, Μεσσήνη), που όλοι γνωρίζουμε
τις καταστροφές που είχαν υποστεί (η
Ελίκη καταποντίσθηκε).
Ο Ικτίνος όφειλε να υποστηρίξει
σεισμικά το ναό με όλα τα μέσα. Βέβαια
γνώριζε καλά όλη τη σχετική τεχνολογία,
αλλά και ο ίδιος τη βελτίωσε
οικοδομώντας τον Παρυενώνα και το
Τελεστήριο των Ελευσινίων Μυστηρίων [Το
κατασκεύασε προ του Παρθενώνα (Στράβων,
Βιτρούβιος, αφού το 446 π.Χ. ο Κόραβος (Πλούτ.)
ανακατασκεύασε τη στέγη του]. Και οι δύο
αυτές κατασκευές του Ικτίνου κείνται σε
περιοχές που δέχονται ισχυρούς σεισμούς
από κοντινά επίκεντρα. Ειδικότερα για
τον Παρθενώνα ο Ν. Τογαρίδης (5) αναφέρει: «η
αρθρωτή – σπονδυλική κατασκευή των
κιόνων και η τέλεια κατεργασία των
σπονδύλων με διάφορο σχήμα/συχνότητα
συντελεί στην αρίστη σεισμική
συμπεριφορά του Παρθενώνα».
Ο
Ικτίνος με το βοηθό του Καλλίμαχο τον
Κορίνθιο (Βιτρ. 4.4.10), που εφεύρε το
κορινθιακό κιονόκρανο, χρησιμοποιούν
όλα τα ανωτέρω μέσα/κανόνες ξεκινώντας
από τα θεμέλια. Οι αναβαθμοί των στερεοβατών
της κιονοστοιχίας (περίστασης) και
του σηκού είναι ξεχωριστοί, ενώ στον
Παρθενώνα όλο το επίπεδο της βάσης είναι
ενιαία κτισμένο.
[Παρέμβαση. Ο συντάκτης της
στατικής μελέτης αναστύλωσης του ναού
πολιτικός μηχανικός Ι. Παπαντωνόπουλος
(6), παρόλο που δεν ενδιαφέρεται
ιδιαίτερα για την αντισεισμική θωράκιση
του Ικτίνου, επισημαίνει επιτυχώς τις
βασικές αρχές άμυνας των ελληνικών ναών.
Εν περιλήψει: Σήμερα με τα διαθέσιμα
υλικά με πλαστικότητα (μπετόν-αρμέ,
σίδηρος, ξυλεία) υπολογίζουμε
διαστάσεις τέτοιες, ώστε να απορροφούν
εσωτερικά τις σεισμικές δυνάμεις.
Αντίθετα τα υλικά των Ελλήνων (λίθοι)
είχαν αντοχή μόνο σε θλίψη (πίεση) και
όχι σε εφελκυσμό/κάμψη, με αποτέλεσμα να
μην απορροφούν σεισμικές δυνάμεις. Έτσι
η μόνη λύση ήταν η εξωτερική
μικρομετακίνηση των επιμέρους
στοιχείων με αρθρωτή δομή (περιστροφή,
διολίσθηση) αλλά και η συμμετρία με
ομαλή κατανομή της ακαμψίας των τοίχων.]
Αποτέλεσμα τούτου ήταν η
ανεξαρτητοποίηση των δύο ορθογωνίων και
η διαφορετική συχνότητα
αντίδρασης στο σεισμό (όσο πιο
διαφορετική είναι η πάλμωση του κάθε
στοιχείου του ναού, τόσο αντιστέκεται
στην κατάρρευση). Συνεχίζοντας με βάση
την αρχή διαφορετικότητας των όγκων,
στήνει τους κίονες με ανόμοιους
σπονδύλους σε ύψος/διάμετρο, 6 ή 7
τεμαχίων. Έτσι περιστρέφονται,
ολισθαίνουν, αλλά δεν καταρρέουν.
Αυτό όμως που κάνει το ναό μοναδικό
είναι η ενίσχυση του κεντρικού πυρήνα
αντίστασης σε σεισμό, δηλ. του σηκού και
ιδίως των επιμήκων τοίχων πάχους 2 ι.π. =
0,92 μ. με πέντε εκατέρωθεν αντηρίδες
0,65 Χ 1,23 μ. ΟΙ δύο ακραίες μάλιστα έχουν
κατεύθυνση 45 μοιρών, ώστε να αντέχουν
και σε τέτοια φορά του σεισμού.
Αποτέλεσμα: οι τοίχοι αυτοί να
αντιστέκονται, σαν να είχαν πάχος 2,15 μ.,
ενώ έχουν λιγότερο από το μισό βάρος.
Υπολογίζοντας και τους μεταλλικούς
συνδέσμους έκανε το ναό απρόσβλητο και
από μεγάλους σεισμούς 7 Richter! Όπως
και αποδείχθηκε.
Την αρθρωτή ευλύγιστη ανωδομή τη «δένει»
με δοκούς-επιστύλια και τους
περιμετρικούς κίονες και τους ημικίονες
του σηκού, ώστε να συνεργάζονται όλοι
στο ύψος της οροφής. Του απομένει η
στέγαση του ναού, που την κατασκευάζει
ελαφρότατη, ίσως και τρεις φορές
ελαφρότερη από κάθε προηγούμενη στέγη!
Πιθανώς ο Ικτίνος να έκανε πειράματα
με ξύλινο πρόπλασμα του ναού και
απέδειξε ότι, όσο ελαφρότερη είναι η
οροφή-στέγη, τόσο λιγότερο επιβαρύνεται
σεισμικά ο ναός. Εφεύρε λοιπόν ένα
συνδυασμό μαρμάρινου δοκού σχήματος ΙΙ
50 Χ 80 εκ. Με εντός του ξύλινη δοκό, που
έχει την ίδια σχεδόν αντοχή με συμπαγή ή
μαρμάρινη αλλά με το 1/3 του βάρους (9).
Την οροφή την κάλυψε με ελαφρά
λίθινα φατνώματα, στη δε σκεπή
χρησιμοποίησε λεπτότατες κεράμους
πάχους 3 εκ. Και η ίδια η ξύλινη στέγη
λόγω του μικρού φορτίου και των μικρών
ανοιγμάτων απετελείτο από αμφιέρειστα
δοκάρια σχετικά λεπτά.
Ο ναός, τελειωμένος πλέον, ένα
αντισεισμικό σύνολο, ήταν προορισμένος
να δείχνει το κάλλος του για χλιετίες
υπό δύο προϋποθέσεις μόνο: Να μένει
άθικτος από τους ανθρώπους και να
συντηρείται, ώστε να μην καταστραφεί η
στέγη του. Δυστυχώς γι’ αυτόν το σεμνό
ναό δεν έγινε τίποτα από τα δύο. …
… Οι
περιπέτειες του ναού
Το 1765 ο Bocher
τον βρήκε ήδη ερειπωμένο: μόνο κίονες,
μισοί τοίχοι και μερικά επιστύλια. Μετά
τους Ρωμαίους κανείς δεν πείραξε το ναό,
ούτε μάρμαρα πήραν χωρικοί, ούτε σεισμοί
τον κατεδάφισαν, ούτε πυρκαγιά, ούτε καν
ο Ulrich (ο γνωστός κατεδαφιστής Βησιγότθος
Αλάριχος, επιτετραμμένος του «Μεγάλου»
Θεοδόσιου). Απλώς ξεχάστηκε, αφέθηκε
στην τύχη του, και σάπισαν τα ξύλα της
στέγης. Αυτή έπεσε και η βροχή, το χιόνι,
ο ήλιος αποτέλειωσαν τον κάλλιστο
ναό. Απροστάτευτος τραντάζεται από
σεισμούς, τα δάπεδά του βυθίζονται, οι
κίονες παίρνουν κλίση, ερειπώνεται.
Και έρχονται οι ξένοι. Ο Bocher ειδοποιεί τον ιερέα Chander, αυτός το Γάλλο πρόξενο Fauriel (βοήθησε
στην αρπαγή των Ελγινίων). Εκείνος το
λέει τον Dodwell (1806) κι
αυτός στον von
Hallerstein (1809). Επιστρέφει το 1812 με τρεις «συλλέκτες»
(ληστές τους αποκαλεί ο Dinsmoor),
που με άδεια του Βελή-πασά
καθαρίζουν το ναό, πετούν τα «άχρηστα»
και βρίσκουν (επιτέλους!) την ανάγλυφη
ζωφόρο. Τις 23 πλάκες της συν διάφορα μέλη
του ναού (κιονόκρανα κλπ.) τα μεταφέρουν
στη Ζάκυνθο, όπου μετά από δημοπρασία
τα αποκτά το Βρετανικό Μουσείο.
Το δημιούργημα του Ικτίνου δεν
ενδιαφέρει πλέον ούτε τους «συλλέκτες»
ούτε το ελληνικό κράτος. Κάποιοι τον
θυμούνται το 1902, προτού τον αποτελειώσει
η ασβεστοκάμινος, γίνονται εργασίες
αναστύλωσης. Μετά σιωπή. Κάποτε ο
Εγκέλαδος ξυπνά και κτυπά με 6,5 Ρίχτερ,
ισοπεδώνει το 1965 τη γειτονική
Ανδρίτσαινα, ξυπνούν και οι ιθύνοντες
και οι «αρμόδιοι», τον ξαναθυμούνται.
Είναι ο ναός ακόμα αξιοπρεπής αλλά
ετοιμόρροπος.
Αναλαμβάνει ο Χρ. Μπούρας το 1972 και
το 1978 συγκροτείται η Επιτροπή
Συντήρησης Ναού Επικουρίου Απόλλωνος (ΕΣΝΕΑ).
Επιτέλους το 1987 τοποθετείται
αντισεισμικό ικρίωμα και στέγαστρο-σκηνή
πλαστικό και ξεκινούν οι μελέτες για
αναγνώριση του ναού και με προτάσεις για
εργασίες αναστύλωσης μόνιμης
αυτοπροστασίας του. Οι μελέτες
δημοσιεύονται το 1996!
Τον Ιανουάριο του 1997 διαβάζουμε στο
«Δαυλό» (τ. 217, επιστ.) ότι σε ειδικό
συνέδριο το Αρχαιολογικό Συμβούλιο
πρότεινε τη διάλυση (!) και ανακατασκευή
του ναού εκ θεμελίων, με πιθανό χρόνο
περαίωσης των εργασιών 30 έτη (εφόσον τα
κονδύλια θα ρέουν ακωλύτως). Δηλαδή του «αγίου
Φούφουτου». Ποιος θα θυμάται μετά 50 έτη
το ναό και αν χρειάζεται να αναστηθεί (αναστυλωθεί).
ΠΡΟΤΕΙΝΩ: Να αρχίσει η αναστύλωση
πρώτα με την περίσταση (=
κιονοστοιχίες) με τμηματική μετακίνηση
και επανατοποθέτηση των κιόνων (ο ένας
κατόπιν του άλλου) με σύγχρονη ενίσχυση
των θεμελίων. Μετά το τέλος της εργασίας
αυτής να επαναληφθεί το αυτό για τον
σηκό. Τέλος να βρεθούν και να
τοποθετηθούν όσο το δυνατό περισσότεροι
λίθοι στους τοίχους και επιστύλια (με
προσθήκη νέων τεμαχίων), ώστε να «δεθεί»
περιμετρικά ο ναός με αντισεισμικό chainage με σιδηρό στέγαστρο.
Ο κάλλιστος ναός του Ικτίνου
μετά από δύο χιλιετίες λησμονιάς, μετά
από τόσα πλήγματα, ας τύχει του
ενδιαφέροντός μας. Το αξίζει. Κι ας μας
κρύβει τα μυστικά του… Βιβλιογραφία:
1)
«Αρχαιολογία Πόλεως Αθηνών» (Μ.
Κορρές), «Παρθενών», σ. 85 2)
Κ. Καρμιράντζος, «Γαλλικό μέτρο και
Παρθενών», «Δ», τ. 205 3)
Παν. Σαράντος, «Γεννήτορες του
Παγκόσμιου Πολιτισμού», «Δ», τ. 223 4)
Κ. Καρμιράντζος, «Το ωρολόγιο του
Ανδρόνικου», «Δ.», τ. 210 5)
Συνέντευξη Τογαρίδη, πολ. Μηχ., διευθ.
Αναστύλ. Παρθενώνος («Δ», 217) 6)
Παπαντωνόπουλος, «Αναστύλωση ναού
Ε. Α.», Σταική Μελέτη 7)
Μ. Δανέζης – Θεοδοσίου, «Η οδύσσεια
των ημερολογίων», σ. 333 8)
K.H.
Hallerstein, “Le temple de Bassae” 9)
F.
Kooper, “The temple of Apollo Bassitas”, Amer. Arch. School IV
1996 10) Θ. Μανιας, «Τα άγνωστα μεγαλουργήματα
των Ελλήνων» ΛΕΖΑΝΤΑ:
σελ. 15119
Ο
ναός του Επικουρίου Απόλλωνος στις
Βάσσες. Ένα αντισεισμικό αριστούργημα.
|